.

Monday, December 2, 2013

Η άρνηση στράτευσης
για λόγους συνείδησης
& το επίπεδο
της σημερινής ελληνικής δημοκρατίας /

The refusal of military service
on grounds of conscience
& the level
of the current Greek democracy






ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΠΟΛΙΤΕΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

Η μνησικακία του βαθέος κράτους

Ακόμα και σήμερα, το ελληνικό Δημόσιο αρνείται να αποκαταστήσει την αδικία εις βάρος των θρησκευτικών αντιρρησιών συνείδησης.
     
Ακόμα και σήμερα, το ελληνικό Δημόσιο αρνείται να αποκαταστήσει την αδικία εις βάρος των θρησκευτικών αντιρρησιών συνείδησης

Υπάρχει μια κατηγορία Ελλήνων πολιτών, τους οποίους ακόμα και σήμερα το επίσημο κράτος αντιμετωπίζει ως εχθρούς, εξαιτίας της θρησκευτικής τους πίστης και μόνο. Ο λόγος για τους θρησκευτικούς αντιρρησίες συνείδησης, τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίοι επί χρόνια υπέστησαν στη χώρα μας κάθε λογής διώξεις, επειδή η συνείδησή τους δεν επιτρέπει να υπηρετούν στον στρατό. Επί δεκαετίες οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αντιμετώπισαν πολυετείς φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια, ακόμα και εκτελέσεις.

Και ενώ εδώ και λίγα χρόνια η ελληνική έννομη τάξη έχει δώσει μια λύση στο πρόβλημα, ακολουθώντας το ευρωπαϊκό υπόδειγμα, αναγνωρίζοντας δηλαδή το δικαίωμα στην εναλλακτική κοινωνική θητεία, ακόμα και σήμερα η κυβέρνηση δυσκολεύεται να πράξει το αυτονόητο: να αποκαταστήσει έμπρακτα την τεράστια αδικία που έχουν υποστεί όσοι Μάρτυρες διώχτηκαν και φυλακίστηκαν πριν από την εφαρμογή του νέου νόμου. Αυτό που ζητούν δεν είναι τίποτα άλλο από το να αναγνωριστούν ως συντάξιμα τα χρόνια της φυλάκισής τους. Το αίτημά τους δεν είναι μόνο δίκαιο, αλλά βασίζεται και στον ήδη ισχύοντα νόμο. Μόνο που αλλιώς τον ερμηνεύουν τα αρμόδια υπουργεία. Πρόκειται, βλέπετε, για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, τους οποίους αν υποστηρίξει κάποιος πολιτικός, κινδυνεύει να στεναχωρήσει τους τοπικούς εκκλησιαστικούς παράγοντες της περιφέρειάς του.

Μια ζωή μάρτυρες

Από το τέλος της δεκαετίας του 1940 οι αντιρρησίες συνείδησης διώκονταν στη χώρα μας επειδή αρνούνταν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία και συγκεκριμένα για ανυπακοή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 70 του στρατιωτικού ποινικού κώδικα του 1941 (α.ν. 2803/1941). Ετσι καταδικάζονταν σε ποινές πολυετούς κάθειρξης, ενώ μετά την έκτιση της ποινής τους καλούνταν και πάλι υπό τα όπλα και ξανακαταδικάζονταν για ανυπακοή, εφόσον αρνούνταν και πάλι να υπηρετήσουν. Αποτέλεσμα των διαδοχικών αυτών καταδικών ήταν αρκετοί αντιρρησίες συνείδησης να παραμείνουν στη φυλακή και πέραν της δεκαετίας (βλ. Αιτιολογική Πρόταση στην Προσθήκη Τροπολογία που συνέταξε ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος για να προστεθεί στον ν. 3232/2004 περί «θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης»).

Φυσικά η περίοδος του εμφυλίου ήταν η σκληρότερη για τους Μάρτυρες. Αντιγράφουμε από εφημερίδα της εποχής: «Λάρισα, 10. Κατ’ ανακοίνωσιν του Βασιλικού Επιτρόπου του Εκτάκτου Στρατοδικείου, εξετελέσθη ενταύθα ο στρατιώτης Ι. Τσούκαρης εκ Καρύτσης. Ούτος είχε καταδικασθή εις θάνατον υπό του Στρατοδικείου επί ανυπακοή. Συγκεκριμένως ο Τσούκαρης, ισχυριζόμενος ότι ανήκεν εις την αίρεσιν των Μαρτύρων του Ιεχωβά, ηρνείτο να παραλάβη όπλον, λέγων ότι τούτο αντίκειται εις την θείαν επιταγήν» («Το Βήμα», 11.2.1949). Λίγες μέρες αργότερα (2.3.1949) την ίδια τύχη είχε και ο Γιώργος Ορφανίδης στο Ναύπλιο.

Μη βιαστεί πάντως κανείς να φανταστεί ότι η αντιμετώπιση αυτή εξηγείται από την εμπόλεμη κατάσταση της περιόδου. Το 1961 η «ταρίφα» ήταν στα 20 χρόνια φυλάκισης, ενώ αποφάσεις στρατοδικείων για εκτέλεση Μαρτύρων με την ίδια αιτιολογία συναντάμε και στο κατά τα άλλα ειρηνικό 1966. Μόνο εξαιτίας του παγκόσμιου σάλου που προκλήθηκε, η θανατική καταδίκη του Χρ. Καζάνα τον Αύγουστο του 1966 μετατράπηκε σε πολυετή φυλάκιση.

Την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974) οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ταυτίστηκαν από τις αρχές με τους κύριους «εχθρούς του έθνους», τους κομμουνιστές. Τι κι αν αυτούς τους δεύτερους τους κατηγορούσαν για «ένοπλη ανταρσία», ενώ τους πρώτους για άρνηση παραλαβής όπλου; Κατά τις συζητήσεις για το σχέδιο Συντάγματος του 1968 ο δικτάτορας Παπαδόπουλος θα υποστηρίξει ότι «κατά μίαν άποψιν, η κατηγορία αυτή των Μαρτύρων του Ιεχωβά είναι μία κατεύθυνσις διαβρώσεως της αστικής κοινωνίας εκ μέρους των κομμουνιστών». Ο υπουργός Παιδείας και πρώην μαρξιστής Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, ο οποίος κάτι γνώριζε παραπάνω περί κομμουνισμού, τόλμησε τότε να παρατηρήσει ότι οι κομμουνιστές «εντός της χώρας των τους διώκουν». Για να πάρει την ακόλουθη απάντηση σε άψογο παπαδοπούλειο λόγο: «Εις άλλας χώρας χρησιμοποιούν και κατευθύνουν την θεωρίαν αυτήν επί τω σκοπώ, όπως εκμεταλλευθούν ακριβώς αυτό το σημείον της λατρείας, ίνα διασπάσουν εν συνεχεία την προς άμυναν θέσιν και αντίληψιν των κοινωνιών και επιτύχουν, κατ’ αυτόν τον τρόπον, την εξάρθρωσιν των αντιπάλων» («Εστενογραφημένα Πρακτικά του Νέου Συντάγματος 1968», Σεπτέμβριος 1969, σ. 782-783).

Αλλά και οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης εμφανίστηκαν εξαιρετικά διστακτικές απέναντι στο ζήτημα. Σε χρονογραφήματά του της εποχής ο Βασίλης Βασιλικός εξιστορεί τη χαρακτηριστική περίπτωση ενός μάρτυρα που φυλακίστηκε τόσο από τη δικτατορία όσο και από το μεταπολιτευτικό καθεστώς. Πρόκειται για τον Βασίλη Δεδότση, ο οποίος τον Αύγουστο του 1975 κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των βασανιστών της ΕΣΑ, εφόσον είχε ζήσει από πρώτο χέρι τις συνθήκες κράτησης στις Στρατιωτικές Φυλακές στο Μπογιάτι. Τις μέρες εκείνες καθόταν ο ίδιος ο Δεδότσης και πάλι στο εδώλιο του στρατοδικείου για να λάβει την τρίτη κατά σειρά τετράχρονη ποινή φυλάκισης («Ελευθεροτυπία», 25 και 26.8.1975). Πάλι καλά, γιατί ο επίτροπος του στρατοδικείου της μεταπολίτευσης είχε προτείνει και γι΄ αυτόν την ποινή του θανάτου.

Ενα πρώτο δειλό βήμα έγινε με τον ν. 731/1977, τον οποίο εισηγήθηκε ο Ευάγγελος Αβέρωφ. Με τη ρύθμιση αυτή αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά στους αντιρρησίες συνείδησης το δικαίωμα να εκπληρώνουν άοπλη θητεία (διπλάσιας διάρκειας από την κανονική) και απάλλαξε από τη στρατιωτική υποχρέωση όσους εξέτισαν ποινή κάθειρξης ή φυλάκισης διπλάσιας τουλάχιστον διάρκειας από τη διάρκεια της θητείας που είχαν υποχρέωση να υπηρετήσουν. Οπως παρατηρεί στο κείμενο που αναφέραμε ο κ. Αλιβιζάτος, «στον βαθμό που η ‘‘αντίρρηση’’ των Μαρτύρων του Ιεχωβά αφορούσε τη θητεία στο στρατό και όχι μόνο τον ένοπλο ή άοπλο χαρακτήρα της, το ζήτημα λύθηκε μόνο εν μέρει: οι αντιρρησίες συνείδησης εξακολουθούσαν να καταδικάζονται για ανυπακοή επειδή αρνούνταν να ενταχθούν στο στράτευμα, η συνολική όμως διάρκεια της παραμονής τους στη φυλακή μειώθηκε αισθητά».

Επρεπε να περάσουν άλλα 20 χρόνια, μέχρις ότου να ρυθμιστεί για πρώτη φορά ικανοποιητικά το ζήτημα, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο και τις διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο ν. 2510/1997 πρόβλεψε για πρώτη φορά ότι οι αντιρρησίες συνείδησης μπορούν να υπηρετούν εναλλακτική κοινωνική θητεία μακρότερης διάρκειας από την κανονική. Η σχετική ρύθμιση περιλήφθηκε και στο Σύνταγμα κατά την αναθεώρηση του 2001. Στο άρθρο 4, παρ. 6. που προβλέπει ότι «κάθε Ελληνας που μπορεί να φέρει όπλα είναι υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της Πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς των νόμων» έχει από τότε προστεθεί η ακόλουθη ερμηνευτική δήλωση: «Η διάταξη της παραγράφου 6 δεν αποκλείει να προβλέπεται με νόμο η υποχρεωτική προσφορά άλλων υπηρεσιών, εντός ή εκτός των ενόπλων δυνάμεων (εναλλακτική θητεία), από όσους έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης για την εκτέλεση ένοπλης ή γενικά στρατιωτικής υπηρεσίας».

Λύθηκε μ’ αυτό τον τρόπο το νομικό ζήτημα και επιβεβαιώθηκε από τον συνταγματικό νομοθέτη η ισχύς του ν. 2510/1997. Αλλά το πολιτικό και κυρίως το ανθρωπιστικό ζήτημα δεν ήταν τόσο εύκολο να λυθεί.

Ελπίδα για μια λύση

Αυτό που έμεινε χωρίς λύση ήταν η αδικία την οποία είχαν υποστεί μέχρι τότε οι αντιρρησίες συνείδησης. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς φυλακίστηκαν σε ηλικία 19 ετών και αποφυλακίστηκαν μετά από 8ετή παραμονή στις φυλακές. Στερήθηκαν έτσι τη δυνατότητα σπουδών και επαγγελματικής αποκατάστασης. Και αν τα χρόνια αυτά που τους άρπαξε τόσο άδικα το κράτος δεν υπήρχε τρόπος να τα πάρουν πίσω, τουλάχιστον θα μπορούσαν να μετρήσουν ως συντάξιμα, έτσι ώστε να ελπίζουν αυτοί οι άνθρωποι ότι δεν θα χρειάζεται να «τιμωρούνται» μέχρι την τελευταία τους πνοή. Την αδικία αναγνώρισε ουσιαστικά ο ν. 2915/2001, με τον οποίο διαγράφτηκαν από τα ποινικά μητρώα οι ποινές που είχαν επιβληθεί σε αντιρρησίες συνείδησης μέχρι το 1997, εφόσον οι στρατεύσιμοι που είχαν αρνηθεί να εκπληρώσουν τη στρατιωτική τους θητεία επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις εξέτισαν με οποιονδήποτε τρόπο την ποινή που τους επιβλήθηκε.

Η ελπίδα αυτή ενισχύθηκε με τη θέσπιση του ν. 3232/2004, ο οποίος μεταξύ άλλων πρόβλεπε ότι οι ασφαλισμένοι «μπορούν να αναγνωρίσουν ως συντάξιμο τον χρόνο φυλάκισής τους για τα κοινωνικά τους φρονήματα με αποφάσεις στρατοδικείου». Απαντώντας σε σχετικό αίτημα Μαρτύρων του Ιεχωβά, ο Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη Ανδρέας Τάκης συμφωνούσε ότι πρέπει να επεκταθεί αυτή η ρύθμιση και σε όσους έχουν εκτίσει ποινές στερητικές της ελευθερίας εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

«Η προτεινόμενη ρύθμιση», γράφει ο κ. Τάκης, «αποτελεί αποκατάσταση κραυγαλέας ανισότητας: οι ποινικές καταδίκες λόγω πολιτικών ή κοινωνικών φρονημάτων απέδιδαν νομοθετικές και δικαστικές επιλογές συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας και σαν τέτοιες αποδοκιμάσθηκαν εμπράκτως από τον δημοκρατικό νομοθέτη, ο οποίος συνεκτίμησε τις συνέπειες εκείνων των καταδικών στην επαγγελματική σταδιοδρομία των πολιτών. Αντίστοιχα δεδομένα απέδιδε και η ποινική αντιμετώπιση της αντίρρησης συνείδησης ως στρατιωτικής ‘‘ανυπακοής’’, η οποία, επί πλέον, εν όψει της ηλικίας των καταδικασθέντων, απέβη μοιραία για τον επαγγελματικό τους βίο: παρά ταύτα, ο ν. 2510/97 ρύθμισε καταρχήν μόνο το μέλλον, χωρίς να αιτιολογείται ως ηθελημένη και συγκροτημένη επιλογή η παράλειψη πλήρους και αναδρομικής αποκατάστασης. Ανάλογη υπήρξε, άλλωστε, και η εξέλιξη στο ζήτημα των συνεπειών από τις εγγραφές στο ποινικό μητρώο: ο ν. 2510/1997 δεν διαλάμβανε σχετική μεταβατική ή αναδρομική ρύθμιση, πλην όμως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την απόφαση ‘‘Θλιμμένος κατά Ελλάδος’’, έκρινε ότι η διαιώνιση επιπτώσεων της αρχικής καταδίκης στην οικονομική ζωή του αντιρρησία συνείδησης λειτουργεί ως αυτοτελής κύρωση και μάλιστα δυσανάλογης βαρύτητας» (Συνήγορος του Πολίτη, αρ.πρ. 17380.08.2.1, 16.12.2008).

Η υπόθεση έφτασε και στη Βουλή στις 26.1.2009, με ερώτηση του Φώτη Κουβέλη, βουλευτή τότε του Συνασπισμού. Στην απάντησή της η υπουργός Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας Φάνη Πάλλη-Πετραλιά εμφανίζεται να δέχεται ότι «στο πλαίσιο της αποκατάστασης των κοινωνικών αδικιών του παρελθόντος ανέκυψε και το θέμα της αναγνώρισης ως συντάξιμου του χρόνου φυλάκισης της εν λόγω κατηγορίας πολιτών», αλλά ταυτόχρονα ζητάει πίστωση χρόνου, «λαμβανομένου υπόψη ότι το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε για πρώτη φορά στο υπουργείο» και «είναι αναγκαία η επεξεργασία και η ενδελεχής μελέτη του».

Αυτή η «ενδελεχής μελέτη», όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

Αντίρρηση δικαιοσύνης

Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Εργασίας ο Ανδρέας Λοβέρδος προώθησε μια νομοθετική ρύθμιση για την αναγνώριση πλασματικών χρόνων σύνταξης με εξαγορά. Με τη συνεργασία του Φώτη Κουβέλη οι εκπρόσωποι των Μαρτύρων του Ιεχωβά επιχείρησαν να συμπεριληφθούν στη ρύθμιση. Τελικά ψηφίστηκε ο ν. 3863/2010, ο οποίος δίνει το δικαίωμα σε ορισμένες κατηγορίες πολιτών να αναγνωρίσουν συντάξιμο χρόνο με εξαγορά πλασματικών χρόνων. Οι αντιρρησίες δεν περιλήφθηκαν σ’ αυτούς. Αυτή η παράλειψη φάνηκε να καλύπτεται από τον ν. 3996/2011, ο οποίος συντάχθηκε από την επόμενη ηγεσία του υπουργείου Εργασίας (Κατσέλη-Κουτρουμάνης). Στο άρθρο 40 ο νέος νόμος προβλέπει επιτέλους ότι αναγνωρίζεται ως χρόνος ασφάλισης «ο χρόνος προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης που εκτίθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2510/1997 για το στρατιωτικό αδίκημα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, στο οποίο υπέπεσαν στρατεύσιμοι που αρνήθηκαν στην εκπλήρωση της στρατιωτικής υπηρεσίας επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις». Μέσω της ρύθμισης αυτής φάνηκε ότι μπορούσαν να συνταξιοδοτηθούν άμεσα, έστω και με εξαγορά, 130 περίπου αντιρρησίες συνείδησης επειδή έχουν υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας τους.

Λίγες εβδομάδες μετά την ψήφιση του νόμου αναρτήθηκε και η ερμηνευτική εγκύκλιος του ΙΚΑ, με την οποία ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός οργανισμός αναφερόταν στην «αναγνώριση χρόνου προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης για το αδίκημα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας, στο οποίο υπέπεσαν στρατεύσιμοι επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις» (εγκ. 17, 22.2.2012). Ολοι οι ενδιαφερόμενοι θεώρησαν ότι το ζήτημα είχε πλέον οριστικά ρυθμιστεί. Λογάριαζαν όμως χωρίς τον ξενοδόχο, δηλαδή την πραγματική βούληση του ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν ήταν καθόλου διατεθειμένο να αποκαταστήσει τις αδικίες που επέφερε η βαρβαρότητα του παρελθόντος σ’ αυτή την κατηγορία του πληθυσμού.

Στις 8.2.2012 υπέβαλε αίτηση στο υποκατάστημα του ΙΚΑ Αχαρνών να του αναγνωριστεί ως συντάξιμος ο χρόνος προσωρινής κράτησης και φυλάκισης ο πρώτος αντιρρησίας συνείδησης. Δυο μήνες αργότερα (24.4.2012) ήρθε η απορριπτική απάντηση: «Σε απάντηση της αίτησής σας, με την οποία ζητάτε την αναγνώριση του χρόνου προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης που εκτίθηκε για το στρατιωτικό αδίκημα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας του στρατιωτικού ποινικού κώδικα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 3996/2011 σας γνωρίζουμε ότι δεν είναι δυνατή η αναγνώριση του παραπάνω χρόνου, δεδομένου ότι δεν εμπίπτετε στις διατάξεις του παραπάνω νόμου». Η απάντηση του ΙΚΑ εξηγεί τους λόγους της απόρριψης: «Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, δικαίωμα αναγνώρισης του χρόνου προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης που εκτίθηκε για το στρατιωτικό αδίκημα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα στο οποίο υπέπεσαν στρατεύσιμοι που αρνήθηκαν την εκπλήρωση της στρατιωτικής υπηρεσίας επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις, έχουν μόνο αυτοί που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2011 και εξής με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν από αυτήν την ημερομηνία και μετά, με βάση τις διατάξεις του άρ. 10 του ν. 3863/2010. Αντίθετα, για όσους θεμελιώνουν ή κατοχυρώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης μέχρι 31.12.2010, καθώς και για όσους θεμελιώνουν από 1.1.2011 και εξής με βάση προϋποθέσεις που δεν τροποποιούνται από το άρ. 10 του ν. 3863/2010, εξακολουθούν να ισχύουν οι παλιές διατάξεις και ως εκ τούτου δεν έχουν τη δυνατότητα να υπαχθούν στις αναγνωρίσεις του άρθρου 40 του ν. 3996/2011. Εσείς, σύμφωνα με το με αριθ. 41167/2012 έγγραφο του υποκαταστήματος Συντάξεων, θεμελιώνετε συνταξιοδοτικό δικαίωμα με διατάξεις οι οποίες δεν μεταβάλλονται με τον ν. 3863/2010 και ως εκ τούτου δεν πληροίτε τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση του παραπάνω χρόνου».

Διαπιστώθηκε, λοιπόν, ότι η περίφημη διάταξη τελικά είναι ανεφάρμοστη για εκείνη την κατηγορία των πολιτών για την οποία υποτίθεται ότι θεσπίστηκε. Γιατί δεν απορρίφθηκε μόνο η πρώτη αίτηση. Οπως πληροφορήθηκαν και άλλοι ενδιαφερόμενοι, την ίδια τύχη επρόκειτο να έχουν όλες οι αιτήσεις συνταξιοδότησης των αντιρρησιών. Μετά απ’ αυτή την εξέλιξη υποχρεώθηκαν και πάλι να καταφύγουν στον Συνήγορο του Πολίτη. Σε σχετική επιστολή του, ο πρώτος που έλαβε την αρνητική απάντηση σημειώνει: «Ειλικρινά δεν γνωρίζω και ασφαλώς δεν κατανοώ πώς οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΙΚΑ ερμηνεύουν τον νέο νόμο. Απλά αναρωτιέμαι, ποιους τελικά περιλαμβάνει το άρθρο 40 του ν. 3996/2011; Και σε τελική ανάλυση, εφόσον ο κ. Κουτρουμάνης προώθησε στη Βουλή συγκεκριμένη διάταξη, ειδικά για τους αντιρρησίες που φυλακίστηκαν, ποιος ήταν ο σκοπός του νομοθέτη, αν ήταν να μην εφαρμοστεί ποτέ αυτός ο νόμος;» (11.6.2012).

Ενα χρόνο αργότερα, ο Συνήγορος του Πολίτη απέστειλε προς τις κρατικές υπηρεσίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έγγραφο, στο οποίο αναλύεται εκτενώς το πρόβλημα και προτείνονται συγκεκριμένες λύσεις (2.5.2013). Στο κείμενο, το οποίο υπογράφει ο Βοηθός Συνήγορος Χρήστος Ιωάννου επισημαίνεται ότι «με τη ρύθμιση του ν. 3996/2011 αντιμετωπίζονται άνισα ίδιες ακριβώς περιπτώσεις, αφού διαφορετικά αντιμετωπίζονται όσοι έχουν παράσχει εναλλακτική υπηρεσία λόγω συνείδησης, με όσους για τον ίδιο λόγο εξέτισαν ποινή φυλάκισης, αλλά και οι τελευταίοι πάλι διαχωρίζονται, χωρίς τουλάχιστον εμφανή λόγο, ανάλογα με το πότε και υπό ποιο νομοθετικό καθεστώς θεμελίωσαν συνταξιοδοτικό δικαίωμα» και «έτι περαιτέρω σαφής ανισότητα υφίσταται και μεταξύ των ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα με αυτούς του δημοσίου, αφού οι τελευταίοι εξαιρούνται εντελώς της ρύθμισης, όχι για κάποιο ουσιαστικό λόγο, αλλά επειδή δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη για την ψήφιση του νόμου διαδικασία». Κατά τον Συνήγορο «η μόνη δυνατή λύση προς εξάλειψη οιασδήποτε διάκρισης με επιπτώσεις στην ασφαλιστική και συνταξιοδοτική κατάσταση των φυλακισθέντων για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, θα ήταν μια νέα νομοθετική ρύθμιση»…

Στο έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη απάντησε ο αρμόδιος υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Ιωάννης Βρούτσης, ο οποίος αρκείται να καταγράψει τη χρονική διαδοχή των νομοθετικών ρυθμίσεων, με τις οποίες παραμένει άλυτο το πρόβλημα της συνταξιοδότησης των αντιρρησιών συνείδησης. Η κατακλείδα του κειμένου είναι ενδεικτική: «Κατόπιν των ανωτέρω, το υπουργείο δεν εξετάζει προς το παρόν επανεξέταση του προαναφερθέντος νομοθετικού πλαισίου».

Ξαναγυρίζουμε λοιπόν εκεί από όπου ξεκινήσαμε. Ενα αίτημα που όλοι αναγνωρίζουν ότι είναι δίκαιο και μια αποκατάσταση πολύχρονων διώξεων και αδικιών σκοντάφτουν εκεί όπου σκόνταφτε τόσα χρόνια η αποδοχή του δικαιώματος άρνησης στράτευσης για λόγους συνείδησης: στις εμμονές του «βαθέος κράτους» και στην οργανωμένη δαιμονοποίηση των «διαφορετικών». Τελικά η υπόθεση συνδέεται με το επίπεδο της σημερινής ελληνικής δημοκρατίας.

………………………………………………………………………………………………….

Μια αδικία δεκαετιών

Σύμφωνα με έγγραφο που απέστειλε στον Συνήγορο του Πολίτη στις 25.5.2012 ο Βασίλης Δεδότσης υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες αντιρρησιών, για τους οποίους ζητείται η αναγνώριση του χρόνου φυλάκισης ως συντάξιμου χρόνου:

1. Κρατηθέντες στις φυλακές πριν από το 1967 (περίοδος 1960 – 1966). Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει 100-120 άτομα, ηλικίας σήμερα 66-70 ετών. Τονίζουμε ότι η πλειονότητα από αυτά τα άτομα έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί και μόνο 30 περίπου άτομα δεν έχουν συγκεντρώσει τα προβλεπόμενα ένσημα. Απλά αν αναγνωριστεί ο χρόνος φυλάκισης, δίνεται αμέσως η ευκαιρία και σε αυτά τα 30 άτομα να βγουν στη σύνταξη. Και για όσους έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί, η σύνταξή τους θα αυξηθεί κατά 100-120 περίπου ευρώ τον μήνα. (Δεν αναφέρονται οι αντιρρησίες που φυλακίστηκαν πριν το 1960, γιατί οι περισσότεροι από αυτούς έχουν πεθάνει.)

2. Κρατηθέντες στις φυλακές στη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974). Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει 135-140 άτομα, τα οποία σήμερα είναι ηλικίας 62-66 ετών, και τα οποία θα συνταξιοδοτηθούν μετά από 4-5 χρόνια, επειδή δεν έχουν τα προβλεπόμενα ένσημα. Ας σημειωθεί ότι αυτή η κατηγορία αντιρρησιών ήταν η πιο άτυχη από όλες τις κατηγορίες, αφού ο κάθε αντιρρησίας εξέτισε κατά μέσο όρο 7-9 χρόνια στη φυλακή. Εκτός όμως από την πολύχρονη φυλάκιση, αρκετοί αντιρρησίες βασανίστηκαν απάνθρωπα από το καθεστώς της χούντας, με αποκορύφωμα την περίπτωση του Θανάση Κόγιου που «έσβησαν» στο στήθος του 40 τσιγάρα στις φυλακές Ιωαννίνων και την άγρια δολοφονία διά ξυλοδαρμού του Βασίλη Καραφάτσα, στις φυλακές Λάρισας.

3. Κρατηθέντες στις φυλακές από το 1975-1977. Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει 50-60 περίπου άτομα, τα οποία σήμερα είναι ηλικίας 56-58 ετών και τα οποία θα συνταξιοδοτηθούν μετά από 8-10 χρόνια, αν δεν αναγνωριστεί ο χρόνος φυλάκισης. Τονίζουμε ότι το 1977 ψηφίστηκε ο Νόμος 731, βάσει του οποίου σταμάτησαν οι αλυσίδες ποινών και έκτοτε οι αντιρρησίες δικάζονταν μία φορά σε 4 χρόνια φυλάκιση.

4. Κρατηθέντες από το 1978-1997. Αυτή η περίοδος περιλαμβάνει τον μεγαλύτερο αριθμό αντιρρησιών, περίπου 1.150-1.200 άτομα. Αυτά τα άτομα εξέτισαν ποινή φυλάκισης από 3-4 χρόνια και θα συνταξιοδοτηθούν μετά από 13-16 χρόνια. Υπενθυμίζεται ότι από 1.1.1998 τέθηκε σε ισχύ ο νόμος περί κοινωνικής υπηρεσίας.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω στοιχεία, ο συνολικός αριθμός αντιρρησιών για τους οποίους ζητείται αναγνώριση του χρόνου φυλάκισης ανέρχεται στους 1.500-1.550 περίπου.

………………………………………………………………………………………………….

Διαβάστε
● Καλλιόπη Λυκοβαρδή «Η άρνηση συνείδησης στη στρατιωτική θητεία: από τις ποινικές καταδίκες στη νομική ανοχή» (στο Μ. Τσαπόγας, Δ. Χριστόπουλος [επιμ.] «Τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στην Ελλάδα 1953-2003») (Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003)
Η εξέλιξη της αντιμετώπισης των θρησκευτικών αντιρρησιών συνείδησης, από την περίοδο των εκτελέσεων μέχρι τη δειλή ανοχή και τελικά την αποδοχή του δικαιώματος άρνησης στράτευσης. Εντοπίζονται τα νομοθετικά και πολιτικά κενά των σχετικών ρυθμίσεων.
● Δημήτρης Χριστόπουλος (επιμ.) «Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα» (Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1999)
Οι δυσκολίες προσαρμογής της ελληνικής έννομης τάξης στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, εξαιτίας του ειδικού βάρους του εκκλησιαστικού μηχανισμού. Ειδικές αναφορές στην ευρωπαϊκή προστασία της θρησκευτικής ετερότητας και στο ιστορικό των προσφυγών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Συνδεθείτε
● Ιός
«Θητεία χωρίς χακί», 17.12.1995. Οι διώξεις των αρνητών στράτευσης πριν υιοθετηθεί ο νόμος του 1997, ο οποίος για πρώτη φορά επέτρεψε την εναλλακτική θητεία για τους αντιρρησίες συνείδησης. http://www.iospress.gr/ios1995/ios19951217a.htm
«Εναλλακτικά καταναγκαστικά έργα», 13.3.1999. Ο σκληρός τρόπος που εφαρμόστηκε ο ν. 2510/1997 αποδεικνύει τη διαιώνιση της τιμωρητικής διάθεσης της πολιτείας απέναντι στους θρησκευτικούς αντιρρησίες συνείδησης. http://www.iospress.gr/mikro1999/mikro19990313.htm

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ: Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς  ios@efsyn.gr


* Εφημερίδα των Συντακτών,
30 Νοεμβρίου 2013, σσ. 15-17,
Ο Ιός: Η μνησικακία του βαθέος κράτους Οι ΜτΙ παραμένουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. *




No comments: